Η οσία Ξένη ονομαζόταν Ευσεβία και καταγόταν από την Ρώμη. Οι γονείς της ήθελαν να την παντρέψουν με όποιον αυτοί ήθελαν. Γι’αυτό φεύγει κρυφά για την Αλεξάνδρεια. Μετονομάζεται Ξένη, πηγαίνει στην Κω και από εκεί στα Μύλασσα της Καρίας. Ιδρύει μικρή μοναστική αδελφότητα και ελκύει πολλές γυναίκες στο δρόμο της σωτηρίας.
(Από το ημερολόγιο τοίχου)
Στον οδοντίατρο που πηγαίνω έχει ένα μεγάλο ενυδρείο, μεγαλύτερο δεν έχω δει από κοντά ποτέ νομίζω, εκτός ίσως από αυτά που υπήρχαν στις ψαροταβέρνες για τελείως διαφορετικούς σκοπούς από αυτό που περιγράφω εδώ. Πέρυσι που είχα ξαναπάει δεν είχα προσέξει ότι έχει μαύρα βράχια στο πίσω μέρος. Τα ψάρια φαίνονται ομολογουμένως καλύτερα έτσι. Μου έκανε ωστόσο εντύπωση το ότι δεν το είχα προσέξει και σκέφτηκα ότι ίσως αυτό είχε να κάνει με το ότι τότε ήμουν πιό αισιόδοξη. Αλλά αυτή είναι μια τραβηγμένη υπόθεση. Στην αίθουσα αναμονής ήταν ήδη δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι και δύο γυναίκες, η μητέρα του αγοριού και μια άλλη κυρία, οι οποίες ανταπέδωσαν μάλλον βαριεστημένα τον χαιρετισμό μου (“γειά σας”, “γειά σας”). Δεν είχε χώρο να καθίσω καθώς στον καναπέ είχε μια σακούλα στην κενή θέση κι εγώ είμαι τόσο προβληματική που δεν μπορώ να υπερπηδήσω τέτοια εμπόδια χωρίς να προκαλέσω καταρρεύσεις. Λοιπόν στράφηκα προς το ενυδρείο, το είχα σκοπό άλλωστε να το κοιτάξω προσεκτικά.
Τα ψάρια δεν ήταν ούτε αυτά τα ίδια με πέρυσι εκτός από ένα για το οποίο ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι το θυμόμουν. Ένα ριγωτό ψάρι με μουστάκια με τα οποία ανίχνευε το πάτωμα και τα χαλίκια που ήταν εκεί ψάχνοντας για τροφή. Κολυμπούσε κάθετα στο τοίχωμα. Pisces barbatus, κάπως έτσι είχα καταλάβει ότι λένε το μπαρμπούνι στα λατινικά. Αλλά αυτό είναι ένα εξωτικό ψάρι. Τα ψάρια είναι πολύ όμορφα όταν τα κοιτάς από κοντά μέσα στο νερό, έχουν πολύ αρμονική κίνηση και τα μάτια τους και τα πτερύγια λάμπουν. Το δέρμα τους αλλάζει χρώματα ανάλογα με τη διάθεση, αν είσαι τυχερός μπορείς να το δεις αυτό σε αυτό το ενυδρείο. Το είχα διαβάσει παλιά στο βιβλίό “Επιθετικότητα” του Κόνραντ Λόρεντζ. Γενικά όμως τσακώνονταν μεταξύ τους, ιδίως μερικά είναι πολύ νευρικά. Αλλά είναι απόλυτα λογικό, μετά από τόσες βόλτες γύρω από το βυθισμένο καράβι, μετά από τόσα συναπαντήματα, τόσες και τόσες επαναλήψεις νευριάζει κανείς, ούτε ένα λούσιμο στο ασημί οξυγόνο δεν τα κάνει να αισθάνονται καλύτερα, υποθέτω.
Το κοριτσάκι έφυγε αφού βγήκε η μαμά του από το ιατρείο και έτσι στρογγυλοκάθισα στον καναπέ. Μια άλλη κυρία ήρθε και κάθισε δίπλα μου (αγνοώ φυσικά πώς υπερπήδησε το γιγαντιαίο εμπόδιο της σακούλας). Πήρα μετά απο κάποια ώρα το βλέμμα μου από τα ψάρια και τα λεπτά πτερύγιά τους και άρχισα να διαβάζω μια ποιητική συλλογή που βρισκόταν στην κάτω μεριά του τραπεζιού που είχε τον τίτλο “Διασάφησις”. Η συλλογή ήταν ωραία και εικονογραφημένη και δεν ξέρω γιατί ακριβώς, ίσως εξαιτίας των ποιημάτων που είχαν αυτό το θέμα (Διασάφησις, πιό δύσκολο αίνιγμα σίγουρα από τη σακούλα στον καναπέ δίπλα σε ένα κοριτσάκι), ξαφνικά το αίσθημα της μόνωσης που είχα ήδη από τη στιγμή του ψυχρού αντιχαιρετισμού έγινε τόσο έντονο που για μια στιγμή νόμιζα ότι η γυναίκα δίπλα μου κοίταξε την εικόνα στο βιβλίο που διάβαζα και φαντάστηκα ότι θα μου έλεγε ότι ήταν πολύ ωραία. Ότι συμφωνούσαμε στο ότι ήταν πολύ ωραία. Αυτά όμως δεν γίνονται έτσι σκέτα στην πραγματικότητα. Με τον καιρό μαθαίνεις να αποφεύγεις τις πολλές άσκοπες συναντήσεις, οι πολλές άσκοπες συναντήσεις δεν κάνουν συνήθως τίποτα άλλο από τα δίνουν τη θέση τους σε πολλές άσκοπες συγκρούσεις. Υπάρχουν και εξαιρέσεις, βέβαια υπάρχουν, αλλά δεν είναι καθόλου ευγενικό να ασχολείσαι αιωνίως με διάφορα χαζά προβλήματα και να κρέμεσαι από την καλοσύνη και την εξυπνάδα αυτών που αντέχουν να ασχοληθούν με τις διάφορες σακούλες και τα προβλήματα που αυτές σου προκαλούν. Η μόνωση τότε τι θα κάνει; μετά από κάποιο καιρό δεν μπορεί, θα πρέπει αυτή ειδικά να μάθει να φέρνει και κάποιο άλλο νόημα σε σένα την ίδια και στα πράγματα.