Ω φίλοι, ουδείς φίλος; από το Lenin Reloaded με την ίδια ημερομηνία.

Το βίντεο για το μικροεπεισόδιο που σημειώθηκε στην Κοσκίνου, μεταξύ Χρυσαυγιτών και νεαρού κομμουνιστή που επιχείρησε να κατεβάσει τις αφίσες της δικτατορίας της 21ης Απριλίου που είχαν αναρτήσει, είχε για μένα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως αναλυτικό εργαλείο.

Κατ’ αρχάς, όπως όλοι μπορούν να διαπιστώσουν, αυτός που απουσιάζει από το βίντεο είναι βέβαια ο δράστης, τόσο της αφισσοκόλησης όσο και της επίθεσης στον νεαρό κομμουνιστή: η Χ.Α. Έχουμε έτσι ένα πρώτο στοιχείο που είναι οργανωτικά ενδιαφέρον: η Χ.Α ως κοινωνική δύναμη υπάρχει, φυσικά, αλλά ως φάντασμα. Το πρωί της 7ης Μάη, πηγαίνοντας για τσιγάρα, κοιτούσα τους ανθρώπους με τους οποίους διασταυρωνόμουν με μια παρανοϊκή ματιά στατιστικής: αν 7 στους εκατό ψηφοφόρους ψήφισαν Ναζιστές, πόσο θα αργούσα να συναντήσω έναν διαβάτη που είχε κάνει ακριβώς αυτό; Πώς θα έμοιαζε; Θα ήταν νέος; Γέρος; Γυναίκα; Άντρας; Θα ήταν χαμογελαστός, σκυθρωπός, αδιάφορος, βιαστικός;

Το προηγούμενο βράδι, την νύχτα των εκλογών, αυτή η σουρεαλιστική αντιπαράθεση μεταξύ της πανταχού παρουσίας της Χ.Α σε κάθε κάρτα αποτελεσμάτων και σε κάθε γράφημα και της απουσίας της από τον δημοσιογραφικό λόγο, από τα πάνελ προσκεκλημένων: εδώ αλλά όχι εδώ, παρούσα/απούσα, η οντολογική δομή του φαντάσματος. “Ένα φάντασμα πλανιέται…” αλλά δεν είναι ο κομμουνισμός. Επιστροφή στην παρανοϊκή ματιά: πώς είναι δυνατόν ένα έθνος που ψηφίζει από άκρη σε άκρη, με λίγο-πολύ σταθερά ποσοστά, το ίδιο πράγμα, να εκπλήσσεται από το αποτέλεσμα; Ποιος ακριβώς είναι αυτός που εκπλήσσεται; Μήπως κανείς δεν εκπλήσσεται αλλά προσποιείται τον έκπληκτο; Μήπως η άγνοια είναι ακριβώς η απόδειξη, αν όχι της ενοχής, τουλάχιστον της συνενοχής (και τι γίνεται με την άγνοια που προϋποθέτει η ίδια η εξήγηση του φαινομένου δια της άγνοιας, η ιδέα ότι “οι άνθρωποι δεν ήξεραν τι ψήφιζαν”); Η δομή του χωριού όπου δρα χρόνια η μαφία: όταν ρωτάς, κανείς δεν γνωρίζει, κανείς δεν την είδε, κανείς δεν ξέρει αν είναι εγκληματική ή όχι, αλλά βέβαια ξέρεις ήδη, όταν ρωτάς, πως ένα ακαθόριστο ποσοστό αυτών που ρωτάς είναι ήδη μέλη της ή μέλη του δικτύου υποστήριξής της (και πόσο ακριβώς;)

Πίσω στο βίντεο, όπου λείπει η Χ.Α, όπου υπάρχει φαινομενικά μόνο σαν ίχνος, στις αφίσες που κόλλησε, στην μαρτυρία του νεαρού που χτυπήθηκε επειδή πήγε να τις κατεβάσει. Αλλά όχι μόνο εκεί. Και στις άλλες μαρτυρίες.

Πρώτος μάρτυρας: μαύρο καπέλο Ο.Υ.Κ, μαύρη μπλούζα, μαύρα γυαλιά. Αρχικά τον θεωρείς οργανωμένο στη Χ.Α, μετά αντιλαμβάνεσαι ότι εμφανίζεται ως “απλός πολίτης”. Αλλά τι ανοησία! Το ένα δεν αποκλείει καθόλου το άλλο. Δεν θυμάται ποιον αφορούσε η σύγκρουση (νομίζει ότι από την άλλη ήταν μέλος του ΣΥΡΙΖΑ). Είναι όμως βέβαιος ότι όποιος αποπειράθηκε να κατεβάσει τα εμβλήματα της χούντας “δεν είχε καμιά δουλειά να τ’ αγγίξει.” “Ποιος τα ανέβασε;” έρχεται η ερώτηση. Ομερτά: “Αυτό δεν το ξέρω”. Ξέρει ότι απαγορεύεται να τα κατεβάσεις, γιατί “εμείς εδώ οι Κοσκινιάτες” τα θέλουν. “Γιατί, μας έβλαψε η εικο…η χούντα;” “Εσάς, όχι” σκέφτεσαι. Εσείς ήσασταν η χούντα. Τον πλησιάζει φιλαράκι χαμογελαστό. Ανδρικοί δεσμοί. Ύπουλο συναίσθημα απειλής.

Μάρτυρας δεύτερος: “Τίποτα δεν έχω να πω. Αυτά συμβαίνουνε σ’ αυτές τις εκλογές.” Ποια συμβαίνουνε; Να αναρτώνται αφίσες της 21ης Απριλίου έξω απ’ τα εκλογικά τμήματα; Γιατί δεν εκπλήσσεται; Τι σημαίνει η απουσία έκπληξης, η πρόταξη του συνηθισμένου; Μιλάμε για τη Χρυσή Αυγή, ναι, αλλά με ποιον; Από ποια θέση μιλάει αυτός που λέει “τίποτα δεν έχω να πω. Αυτά συμβαίνουνε”; Γιατί έχει μια θέση, μια θέση που λέει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάρει θέση. Ότι δεν ανησυχεί για κάτι από τέτοια πράγματα. Αλλά αυτό ανησυχεί εμένα, με ανησυχεί το ίδιο όσο με ανησυχούν τα χαμογελαστά φιλαράκια που ξέρουν και δεν ξέρουν τη Χ.Α, αλλά ξέρουν ότι οι αφίσες της 21ης Απριλίου είναι παραδοσιακά ανεκτές στο χωριό και δεν επιτρέπεται να τις αγγίζεις.

Τρίτος μάρτυρας: “Δύσκολα τα πράματα αλλά…έτσι που μας κάνανε…Ξέρετε”. Δύσκολα είναι ποια πράματα; Η δράση της Χ.Α; Η οικονομική κατάσταση; Όλα μαζί, γενικώς και αδιακρίτως; Και πώς “μας κάνανε”; Μας κάνανε φτωχούς; Ναι, αν αναφέρεται στα οικονομικά το “δύσκολα”, αλλά τα συμφραζόμενα δεν είναι η οικονομία. Μας κάνανε…φασίστες; Ανεκτικούς στον φασισμό; Αυτό λέει; Λέει, κωδικοποιημένα, όπως μιλά ο κόσμος πια, “είναι κάπως άσχημο που ανεβαίνουν πόστερ της χούντας από νεοναζί, αλλά δεν υπάρχουν χρήματα και άρα είναι και φυσιολογικό, τι περιμένατε”; Έτσι ακούγετε σε μένα. Ακούγεται σαν μια πρόταση του είδους: “Ή θα έχουμε λεφτά και θα είμαστε δημοκρατικοί άνθρωποι, ή δεν θα έχουμε και θα είμαστε φασίστες. Θέλει μυαλό να καταλάβετε ότι το πολιτικό μας φρόνημα περνά απ’ την τσέπη μας;” Λέει “ξέρετε.” Ξέρουμε. Ξέρουμε;

Τέταρτος μάρτυρας: “It’s terrible.” Μια καταδίκη. Αλλά όχι στα ελληνικά. Σε άλλη γλώσσα. Είναι ξένος ο άνθρωπος, τουρίστας της Ρόδου; Όχι, μιλά ελληνικά μια χαρά και δεν φαίνεται ξένος. “Δεν πρέπει να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Ο κόσμος να πάει να ψηφίσει ελεύθερα.” Ίσως μετανάστης για ένα διάστημα στην Αυστραλία ή κάπου αλλού. Αλλά για την καταδίκη, για να μιλήσει ενάντια σ’ αυτό που βλέπει, δεν βρίσκει καταφύγιο στα ελληνικά. Δεν βρίσκει τις λέξεις να το πει. “It’s terrible.” Yes, it is terrible. It is terrible not to have the words any more. It’s terrible not to remember the language with which to say “this is not us. This cannot be us. We weren’t like that.”

Πώς ξέρω όσα ξέρω για την Ελλάδα; Βλέπω τηλεόραση. Κι εσύ βλέπεις, βέβαια. Ξέρεις κι εσύ. Δεν μιλάς; Γιατί δεν μιλάς; Πού έχεις πάει;

Προχτές έβλεπα στο 4ε ένα θεατρικό για παιδιά που μιλούσε αλληγορικά για την απομάκρυνση από το Θεό. Η ψυχή, που είναι ένα κοριτσάκι στο έργο, απομακρύνεται λόγω διάφορων αστοχιών από το Θεό, χάνει τις αρετές της και υποφέρει από την μόνωση και ο μόνος τρόπος για να επιστρέψει είναι να προσπαθήσει να ξαναβρεί τις αρετές της. Αυτό το πετυχαίνει μέσω της ταπείνωσης, της ανεξικακίας και της υπομονής όταν αντιμετωπίζει προσβολές, χτυπήματα και γενικά δοκιμασίες. Μετά θυμόμουν ότι η Αποκάλυψη λέει “ώδε η υπομονή των αγίων”. Καμιά περιπλοκή δεν υπάρχει λοιπόν, όλα είναι θέμα κουράγιου και καθαρής θέασης. Αστοχία λέω μετά…

Venera 7

Καθισμένη στην αίθουσα αναμονής ενός διαγνωστικού κέντρου έβλεπα ένα ντοκυμανταίρ για τις προσπάθειες των Σοβιετικών να λύσουν τα μυστήρια της ατμόσφαιρας της Αφροδίτης. Το ένα διαστημόπλοιο μετά το άλλο έφτανε στον πλανήτη όπου διαλυόταν λόγω της υψηλής πίεσης, της θερμοκρασίας και της σύστασης της ατμόσφαιρας της Αφροδίτης. Κόλαση την χαρακτήριζε ο ομιλητής που ήταν ένας από τους μηχανικούς που δούλευαν στο πρόγραμμα. Tο Venera 7 κατασκευάστηκε μετά από πολλές δοκιμές και τα κατάφερε να προσγειωθεί και να αντέξει εκεί για μισή ώρα και να στείλει κάποιες φωτογραφίες και άλλα στοιχεία από τον πλανήτη στη γη. Υποτιμάμε συχνά την ομορφιά της γης έλεγε ένας από τους αστροναύτες. Από το παράθυρο έβλεπα επίσης ένα πραγματικά πανέμορφο ψηλό νεοκλασσικό κτίριο, αλλά τα κτίρια είναι μέρος του τεχνικού πολιτισμού θα έλεγε κάποιος.  Συχνά δεν υπάρχει μέρος όπου να μπορείς να ησυχάσεις και να καταλάβεις κάτι απο την ομορφιά της γης.  Δεν επιτρέπεται. “Αγαπητέ θεέ, η ζωή είναι κόλαση, κόλαση έλεγε ο Ντοστογιέφσκι είναι να μην μπορείς να αγαπάς” [When he let go of his head, X began to stare at the surface of the writing table, which was a catchall for at least two dozen unopened letters and at least five or six unopened packages, all addressed to him. He reached behind the debris and picked out a book that stood against the wall. It was a book by Goebbels, entitled "Die Zeit Ohne Beispiel." It belonged to the thirty-eight-year-old, unmarried daughter of the family that, up to a few weeks earlier, had been living in the house. She had been a low official in the Nazi Party, but high enough, by Army Regulations standards, to fall into an automatic-arrest category. X himself had arrested her. Now, for the third time since he had returned from the hospital that day, he opened the woman's book and read the brief inscription on the flyleaf. Written in ink, in German, in a small, hopelessly sincere handwriting, were the words "Dear God, life is hell." Nothing led up to or away from it. Alone on the page, and in the sickly stillness of the room, the words appeared to have the stature of an uncontestable, even classic indictment. X stared at the page for several minutes, trying, against heavy odds, not to be taken in. Then, with far more zeal than he had done anything in weeks, he picked up a pencil stub and wrote down under the inscription, in English, "Fathers and teachers, I ponder `What is hell?' I maintain that it is the suffering of being unable to love." He started to write Dostoevski's name under the inscription, but saw--with fright that ran through his whole body--that what he had written was almost entirely illegible. He shut the book. J.D. Salinger, Για την Εσμέ με αγάπη και αθλιότητα]
Χρειάζεται κάποια τυφλή  υπεράνθρωπη και ζωώδης προσπάθεια για να συνεχίζεις έτσι.